γιγγλισμός

γιγγλισμός, ,
A tickling, Suid.
II = γίγγλυμος 5, Paus.Gr.Fr. 108.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γιγγλισμός — γιγγλισμός, ο (Α) 1. το γαργάλημα 2. το φίλημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός μεταπλασμός του κιχλισμός πιθανώς με επίδραση τού γίγγρος} …   Dictionary of Greek

  • γιγγλισμός — tickling masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιγγλισμοῖς — γιγγλισμός tickling masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γιγγλισμόν — γιγγλισμός tickling masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.